Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλονείμαστε κιόλας νεκροί.
Ώ απέραντη νοσταλγία για κάτι που ποτέ δεν ζήσαμεκι όμως αυτό υπήρξε όλη η ζωή μας…
Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βράδια κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα.
Ένα σπίτι για να γεννηθείςένα δέντρο για ν’ ανασάνειςένας στίχος για να κρυφτείςένας κόσμος για να πεθάνεις.
Εκείνον τον καιρό έψαχνα να βρω κάτι που είχα χάσει (αν το βρω, ίσως σωθώ — ίσως σωθεί κι η ανθρωπότητα)



